Herbal Medicine-Βοτανοθεραπεία Από την αρχαιότητα,τα βότανα εκτιμήθηκαν για τις αναλγητικές και θεραπευτικές τους ικανότητες. Σήμερα ένα ποσοστό περίπου 75% των φαρμάκων μας βασίζονται στις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών. Οι κοινωνίες μας, διά μέσου των αιώνων, ανέπτυξαν τις δικές τους παραδόσεις για να καταφέρουν να κατανοήσουν τα φαρμακευτικά φυτά και τις χρήσεις τους. Κάποιες από αυτές τις παραδόσεις και τις ιατρικές πρακτικές μπορεί να μας φαίνονται παράδοξες και μαγικές, ενώ κάποιες άλλες λογικές και ορθολογιστικές, όλες τους όμως είναι προσπάθειες να ξεπεραστούν οι ασθένειες και ο πόνος και στο τέλος-τέλος να βελτιωθεί η ποιότητα της ζωής. Αυτά με λίγα λόγια ορίζουν την βοτανοθεραπεία.

Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

Αισθητικές αποπλανήσεις

Η άκρως ενοχλητική υποψία ότι το οπτικό μας σύστημα δεν μπορεί από μόνο του να διακρίνει ένα «πραγματικό» από ένα «εικονικό» αντικείμενο, εκτός από την καθημερινή μας εμπειρία επιβεβαιώνεται και από πλήθος ερευνών σχετικά με τις οπτικές πλάνες.

Αρκεί να αναλογιστεί κανείς τα αξιοθαύμαστα ψευδαισθησιακά τεχνάσματα της ζωγραφικής τέχνης, η οποία κατορθώνει να δημιουργεί την τρισδιάστατη εντύπωση της «προοπτικής» και του «βάθους» πάνω σε έναν εντελώς επίπεδο ζωγραφικό καμβά.

Οπως είδαμε στα δύο προηγούμενα άρθρα, αυτό που καταγράφεται από τα μάτια μας και αυτό που τελικά αντιλαμβανόμαστε οπτικά δεν ταυτίζονται: ο οπτικός μας εγκέφαλος μπορεί να βλέπει άλλοτε λιγότερα και άλλοτε περισσότερα από αυτά που του «διηγούνται» τα μάτια μας.

Η φωτεινότητα, η μορφή και το βάθος των οπτικών αντικειμένων δεν αποτελούν απόλυτα αλλά σχετικά φυσικά μεγέθη, τα οποία δεν ανιχνεύονται παθητικά αλλά δημιουργούνται ενεργητικά από τα εγκεφαλικά μας κυκλώματα.

Σε ποιο βαθμό οι οπτικές πλάνες μάς επιτρέπουν και να γνωρίσουμε τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς που τις γεννούν;

Από την τέχνη στην επιστήμη των οπτικών ψευδαισθήσεων
Με ποιο μέρος του σώματός μας απολαμβάνουμε ένα έργο τέχνης; Αραγε, «βλέπουμε» με τα μάτια μας έναν πίνακα ζωγραφικής ή «ακούμε» με τα αυτιά μας ένα μουσικό έργο;

Το οπτικό και το ακουστικό μας σύστημα διαθέτουν τις απαραίτητες δομές για να ερμηνεύουν ή να αξιολογούν (προφανώς με εγκεφαλικά και όχι με οικονομικά κριτήρια!) ένα έργο τέχνης;

Μήπως, εν τέλει, πρέπει να προσφύγουμε στην κοινότοπη ιδέα της «άυλης ψυχής» προκειμένου να εξηγήσουμε τη φύση και τη λειτουργία της αισθητικής απόλαυσης που γεννά μέσα μας (αλήθεια, πού ακριβώς;) ένα έργο τέχνης;

Δυστυχώς, όχι πια! Κι αυτό για έναν πολύ απλό λόγο: Η ασώματη, εξ ορισμού, ψυχή δεν θα μπορούσε τίποτα να αντιληφθεί –πόσο δε μάλλον να εννοήσει ή να απολαύσει!– χωρίς τα αισθητήρια όργανα του σώματος και τα ανώτερα εγκεφαλικά κέντρα επεξεργασίας των αισθητικών πληροφοριών.

Σύμφωνα με τα λόγια του μεγάλου ζωγράφου Ανρί Ματίς: «Το να βλέπεις είναι ήδη δημιουργική λειτουργία η οποία απαιτεί προσπάθεια».

Κάτι που επιβεβαιώνεται από πλήθος νευροβιολογικών και ψυχολογικών ερευνών σχετικά με τη λειτουργία του οπτικού μας συστήματος.

Ο εγκέφαλός μας για να παρακάμψει τις εγγενείς δυσκολίες της «μετάφρασης» των επιμέρους μονοδιάστατων οπτικών πληροφοριών σε μια ολοκληρωμένη, τρισδιάστατη και έγχρωμη εικόνα υιοθέτησε, κατά τη διάρκεια της βιολογικής του εξέλιξης, τη λύση της παράλληλης και ταυτόχρονης επεξεργασίας των επιμέρους οπτικών δεδομένων από διαφορετικά και λειτουργικά εξειδικευμένα «κέντρα» του οπτικού φλοιού.

Από τις οφθαλμικές...
Βασιζόμενος κανείς στα πιο πρόσφατα δεδομένα των νευροεπιστημών και της γνωσιακής ψυχολογίας θα ήταν απολύτως νόμιμο να περιγράψει την ανθρώπινη όραση ως μια ιδιαίτερα πολύπλοκη εγκεφαλική λειτουργία, δηλαδή ως μια μη συνειδητή, εν πολλοίς, νοητική «κατασκευή» του οπτικού εγκεφάλου μας.

Παρ’ όλα αυτά, οι εικόνες που βλέπουμε δεν είναι συνήθως αυθαίρετες.

Και μολονότι στις εικόνες αυτές αποτυπώνονται οι δυνατότητες και οι εγγενείς περιορισμοί του οπτικού μας συστήματος, μας επιτρέπουν τελικά να επιβιώνουμε με επιτυχία στον κόσμο που μας περιβάλλει.

Γιατί λοιπόν εμφανίζονται τόσο συχνά οι οφθαλμαπάτες και πώς εξηγείται βιολογικά η ύπαρξη των οπτικών ψευδαισθήσεων;

Οι διάφορες οπτικές ψευδαισθήσεις περιγράφονται, σήμερα, από τους ειδικούς ως «αντιληπτικές αποτυχίες» που αφορούν τα διαφορετικά επίπεδα οργάνωσης και τις αντίστοιχες εγκεφαλικές δομές της θεμελιώδους αισθητηριακής λειτουργίας μας.

Πρόκειται δηλαδή για αποτυχίες της οπτικής αντίληψης.
«Μια οπτική πλάνη μπορεί να προκληθεί από μια διαταραχή φυσικής προέλευσης, η οποία υπάρχει στη φύση πριν καταγραφεί από τα μάτια ή, εναλλακτικά, μπορεί να οφείλεται σε κάποια ανεπάρκεια είτε των οφθαλμών είτε του εγκεφάλου. Επιπλέον, μπορεί να οφείλεται -και πρόκειται για μια λεπτή διαφορά- στην εσφαλμένη ανάγνωση των αισθητηριακών σημάτων, τα οποία είναι καλής ποιότητας», έτσι περιγράφει τις τρεις βασικές κατηγορίες οπτικής πλάνης στο περίφημο βιβλίο του «Seeing Though Illusions» ο Ρίτσαρντ Γκρέγκορι (Richard L. Gregory, 1923-2010), ένας από τους μεγαλύτερους ερευνητές των δυσλειτουργιών του οπτικού εγκεφάλου.

Για να κατανοήσουμε την τελευταία παρατήρηση του Ρίτσαρντ Γκρέγκορι, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι πρώτος αυτός έδειξε, με τις πρωτοποριακές έρευνές του, ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις οπτικές πλάνες που οφείλονται σε «κατώτερες» αισθητηριακές δυσλειτουργίες από τις «ανώτερες» οπτικές ψευδαισθήσεις που οφείλονται σε ανεπαρκείς εγκεφαλικές ή νοητικές αναγνώσεις των αισθητηριακών δεδομένων.

Η διάκριση αυτή μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πολλές οπτικές ψευδαισθήσεις εμφανίζονται όταν υπάρχει ανεπαρκής «ανάγνωση» ή εσφαλμένη «ερμηνεία» των σύνθετων οπτικών δεδομένων από τον εγκέφαλο.

...στις εγκεφαλικές πλάνες
Τα σήματα των οπτικών ερεθισμάτων που φτάνουν από τα μάτια στις εξειδικευμένες περιοχές του εγκεφάλου είναι όλα ίδια: μικρές ηλεκτρικές ώσεις, η συχνότητα των οποίων αυξάνεται ανάλογα με την ένταση του οπτικού ερεθίσματος.

Το γεγονός αυτό επέτρεψε στους ειδικούς να παρακολουθούν, μέσω της μαγνητικής τομογραφίας, την πορεία των οπτικών σημάτων καθώς και τα επιμέρους διαμερίσματα του οπτικού φλοιού όπου αναλύονται λεπτομερώς τα επιμέρους γνωρίσματα αυτών των οπτικών σημάτων.

Η ανάλυση αυτή των οπτικών σημάτων που προέρχονται από τα μάτια σε σύγκριση με τα σήματα της αναπαράστασης των πρώτων από τον εγκέφαλο αν συνδυαστεί με την συχνή εμφάνιση οπτικών ψευδαισθήσεων, οδήγησε στην εμπειρική τεκμηρίωση της υπόθεσης ότι οι οπτικές αναπαραστάσεις είναι όχι πιστά αντίγραφα της πραγματικότητας αλλά οπτικές «εικασίες» ή «υποθέσεις» του οπτικού εγκεφάλου στη προσπάθειά του να γνωρίσει και να αποδώσει κάποιο νόημα, έστω και εσφαλμένο, στα αισθητηριακά σήματα από ένα δεδομένο οπτικό περιβάλλον.

Με άλλα λόγια, οι περισσότερες οπτικές πλάνες είναι εσφαλμένες γνωσιακές εικασίες του εγκεφάλου, που εκδηλώνονται ως «ψευδαισθήσεις»: ανακριβείς ή αντιφατικές ερμηνείες για τα ασαφή, αμφίσημα ή μετασταθή οπτικά ερεθίσματα.

Τυπικά παραδείγματα τέτοιων ψευδαισθήσεων είναι οι πλάνες βάθους και μεγέθους: η αίσθηση προοπτικής στις οπτικές τέχνες ή η ψευδαίσθηση για την απόσταση της Σελήνης από έναν γήινο παρατηρητή.

Ακόμα πιο εντυπωσιακές είναι οι ψευδαισθητικές αντιστροφές της μορφής από το φόντο όταν π.χ. δύο πρόσωπα σχηματίζουν ένα κύπελλο ή η αμφίσημη και μετασταθής εικόνα της γριάς-κοπέλας ή του κουνελιού-πάπιας.

Οπως ακριβώς οι μεγάλοι καλλιτέχνες της Αναγέννησης δημιουργούσαν στα έργα τους την ψευδαίσθηση του βάθους ή της προοπτικής, έτσι και ο εγκέφαλός μας δημιουργεί την ψευδαισθητική οπτική εμπειρία μας ενός τρισδιάστατου και πολύχρωμου κόσμου.

Η έρευνα των εγκεφαλικών μηχανισμών που γεννούν τις οπτικές ψευδαισθήσεις μας αποκαλύπτει όχι μόνο τα οπτικά τρικ των οπτικών τεχνών αλλά και τους βαθύτερους μηχανισμούς του οπτικού εγκεφάλου μας, του μεγάλου δημιουργού που ευθύνεται για κάθε υπέροχη ή στρεβλή οπτική εμπειρία μας.

Από τη νευροεπιστήμη στη νευροαισθητική
Πόσο πλήρης και επιστημονικά τεκμηριωμένη μπορεί να θεωρείται, σήμερα, η οποιαδήποτε αισθητική θεωρία και αξιολόγηση της καλλιτεχνικής εμπειρίας όταν αγνοεί ή, ακόμη χειρότερα, όταν σκοπίμως παραβλέπει τα πολλά και εντυπωσιακά που έχουν καταφέρει να αποκαλύψουν οι νευροεπιστήμες σχετικά με τη μικροδομή και τη λειτουργία του εγκεφάλου μας που, σε τελευταία ανάλυση, δημιουργεί και απολαμβάνει κάθε τέχνη;

Μελετώντας εργαστηριακά τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς που κινητοποιούνται όταν δημιουργούμε ή όταν απλώς παρατηρούμε έναν ζωγραφικό πίνακα, μια χορογραφία ή ένα γλυπτό, οι νευροεπιστήμονες διαπίστωσαν ότι η όρασή μας δεν λειτουργεί καθόλου ως φωτογραφική μηχανή, ούτε και αποτυπώνει πιστά την οπτική σκηνή που κοιτάζουμε.

Αντίθετα, ο οπτικός μας εγκέφαλος μπορεί να δημιουργεί και, ενδεχομένως, να απολαμβάνει αισθητικά π.χ. ένα ζωγραφικό έργο, επειδή είναι σε θέση να αφαιρεί συστηματικά ή να παραβλέπει τα επουσιώδη στοιχεία της οπτικής σκηνής, έχει δηλαδή την ικανότητα να αναγνωρίζει τα πιο ουσιώδη και σταθερά οπτικά χαρακτηριστικά του έργου.

Πράγματι, όπως διαπίστωσαν, τα ιδιαίτερα οπτικά χαρακτηριστικά ενός ζωγραφικού πίνακα ή ενός αγάλματος (μορφή, χρώμα, προοπτική) ανιχνεύονται από ειδικούς νευρώνες που εντοπίζονται σε διαφορετικά νευρωνικά κυκλώματα και περιοχές του οπτικού φλοιού.

Πρόσφατα, μάλιστα, κατάφεραν να εντοπίσουν στον οπτικό φλοιό το πού ακριβώς συντελούνται η επεξεργασία του χρώματος, της κίνησης και η αναγνώριση μορφών ή προσώπων.

Τρεις εντελώς διαφορετικές, τόσο τοπολογικά όσο και λειτουργικά, οπτικές λειτουργίες που εκτελούνται παράλληλα και ημιαυτόνομα η μια από την άλλη!

Αν ο πρωταρχικός λόγος για την εμφάνιση και την εντυπωσιακή βιολογική εξέλιξη των ανθρώπινων οπτικών ικανοτήτων ήταν -και εξακολουθεί να είναι- η δημιουργία μιας άμεσης, τρισδιάστατης και έγχρωμης εικόνας του κόσμου μας και των όσων συμβαίνουν σε αυτόν, τότε και η ιδιαίτερη ανάγκη μας για έκφραση μέσω των οπτικών τεχνών δεν μπορεί παρά να εξαρτάται από τις δυνατότητες –αλλά και τους εγγενείς περιορισμούς!– του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Οσο εξοργιστική ή αιρετική κι αν ακούγεται αυτή η άποψη, θα αποτελέσει την απαρχή για την ανάδυση ενός νέου, ιδιαίτερα παραγωγικού διεπιστημονικού κλάδου, της νευροαισθητικής.

Επίσημο έτος γέννησης αυτού του νέου ερευνητικού πεδίου θεωρείται από τους ιστορικούς της επιστήμης το 1994, όταν δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Brain» το περίφημο άρθρο-μανιφέστο των Μ. Λαμπ (Mathew Lamb) και Σ. Ζέκι (Semir Zeki) με τίτλο «Η νευρολογία της κινητικής τέχνης».

Σ’ αυτό το άρθρο οι δύο επιφανείς Βρετανοί ερευνητές εξαγγέλλουν, κυρίως όμως τεκμηριώνουν πειραματικά, ότι: «Κάθε οπτική τέχνη οφείλει να υπακούει στους νόμους του οπτικού συστήματος του εγκεφάλου»!

Τα αμέσως επόμενα χρόνια ο Σεμίρ Ζέκι θα προπαγανδίσει όσο ουδείς άλλος τη δυνατότητα αλλά και την αναγκαιότητα ανάπτυξης ενός ευρύτερου προγράμματος νευροβιολογικής κατανόησης όλων των αισθητικών εμπειριών, δηλαδή το νέο ερευνητικό πρόγραμμα που, πιθανότατα, πρώτος αυτός αποκάλεσε «νευροαισθητική».

Εκτοτε, όλο και περισσότεροι διαπρεπείς επιστήμονες, φιλόσοφοι και καλλιτέχνες θα συνταχθούν με αυτό το τολμηρό ερευνητικό πρόγραμμα, συμβάλλοντας στη διεύρυνση και την ανανέωσή του.

Πώς όμως θα μπορούσε να οριοθετηθεί -με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια- το αντικείμενο έρευνας ενός τόσο αχανούς γνωστικού πεδίου;

Απαντώντας σε αυτό το ερώτημα, ιδού πώς περιγράφει ο ίδιος ο Ζέκι τη νευροαισθητική:
«Πρόκειται για ένα σχετικά νέο πεδίο έρευνας, στόχος του οποίου είναι να διερευνήσει την εγκεφαλική δραστηριότητα που βρίσκεται στη βάση της δημιουργικότητας και της απόλαυσης της τέχνης. Η θεμελιώδης παραδοχή της είναι ότι το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας προκύπτει από τη δραστηριότητα του εγκεφάλου και υπακούει στους νόμους του εγκεφάλου. Γι’ αυτό, μόνο αν κατανοήσουμε τις νευρολογικές βάσεις της δημιουργικότητας και της καλλιτεχνικής εμπειρίας θα μπορέσουμε να αναπτύξουμε μια έγκυρη αισθητική θεωρία».
Η θεμελιώδης και θεμελιακή θέση της νευροαισθητικής είναι ότι κάθε αισθητική εμπειρία, είτε πρόκειται για τη δημιουργία είτε για την πρόσληψη ενός έργου τέχνης, επιτελείται από τον ανθρώπινο νου, ο οποίος συνδέεται αμετάκλητα με τις δομές και τις δυνατότητες του ανθρώπινου εγκεφάλου.

Συνεπώς, τόσο η καλλιτεχνική δημιουργία όσο και η αισθητική απόλαυση που βιώνουμε καθορίζονται ή, τουλάχιστον, επηρεάζονται από τη βασική οργάνωση του εγκεφάλου μας.

Το επιβεβλημένο, μέχρι πρόσφατα, αλλά γνωσιακά αυθαίρετο διαζύγιο των «φυσικών» επιστημών από τις λεγόμενες «καλές» τέχνες όχι μόνο δεν πρέπει να θεωρείται αναγκαίο ή οριστικό αλλά, επιπλέον, αποδεικνύεται καταστροφικό: αφ’ ενός περιορίζει ασφυκτικά και φτωχαίνει την επιστημονική σκέψη και αφ’ ετέρου «εξαϋλώνει» κάθε καλλιτεχνική δημιουργία όταν την περιγράφει ως μια αποκλειστικά «ποιητική» και περίπου αυθαίρετη υποκειμενική δραστηριότητα.

Σήμερα, σχεδόν οι πάντες αναγνωρίζουν ότι τόσο οι επιστήμονες όσο και οι καλλιτέχνες μοιράζονται από κοινού κάποιες νοητικές ικανότητες οι οποίες θα πρέπει να είναι, από τη φύση τους, ανοιχτές και αέναα μεταβαλλόμενες, όπως ακριβώς και ο εγκέφαλος που τις παράγει.

Τις πολυάριθμες επιστημονικές προϋποθέσεις και τις αισθητικές συνέπειες αυτού του νέου διεπιστημονικού πεδίου έρευνας παρουσιάζει αναλυτικά ο Σεμίρ Ζέκι στο περίφημο βιβλίο του «Εσωτερική Οραση», που γνώρισε διεθνώς τεράστια εκδοτική επιτυχία (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδ. ΠΕΚ).
δημοσιεύτηκε 27.05.2017 στην:
efsyn.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου